1. Λύρα
·
Στοιχεία ιστορικά : Η ανάγκη να κάνουν οι άνθρωποι το μουσικό
ήχο που παράγει μια χορδή να διαρκέσει περισσότερο από όσο όταν την χτυπούσαν,
εξασφαλίζοντας έτσι τη συνέχεια της μελωδίας, οδήγησε στη χρήση του δοξαριού.
·
Το 1ο
εικονογραφικό ντοκουμέντο, 9ος αι. μ.Χ., βρέθηκε στην Κεντρική Ασία[1].
·
Σε λογοτεχνικά
κείμενα, οι πρώτες σαφείς αναφορές σε χορδόφωνο όργανο με δοξάρι γίνονται στο
έπος του Διγενή Ακρίτα, το οποίο χρονολογείται στα τέλη του 10ου ή στις αρχές
του 11ου μ.Χ. αιώνα. "Για δώστε μου τη λύρα μου, το δόλιο μου δοξάρι να
θυμηθώ τσ' αγάπης μου σήμερα τηνε χάνω" Διγενής Ακρίτας.
·
Στο
τέλος του 10ου αι. και στην ευρύτερη περιοχή της Αν. Μεσογείου, η
λύρα καταγράφεται σε μια αναφορά ενός Πέρση (Ibn Khurdadhbich[2]), απεσταλμένου του χαλίφη Al Mutamid, για τα μουσικά όργανα των Βυζαντινών. Αναφέρει
και τη lura, ένα ξύλινο όργανο με 5 χορδές, παίζεται με
τόξο, όμοιο με το αραβικό rebab. Στη δυτική Ευρώπη, οι παραλλαγές της λύρας
rebab φαίνεται πως πέρασαν μέσω Γιβραλτάρ και Ισπανίας και
μετασχηματίστηκαν ανάλογα με την περιοχή σε όργανα συγγενικά. Οι τροβαδούροι
έχουν τα rebec. Οι Κέλτες τα crowth, οι Σκανδιναβοί και Ισλανδοί την talharpa.
Αργότερα, το 12ο αι., οι Γάλλοι θα έχουν το pochette (το όνομα οφείλεται στο μέγεθός του, οπότε
και οι χοροδιδάσκαλοι μπορούσαν να το κουβαλούν στις τσέπες τους) και οι Άγγλοι το kit. Τελικά, θα
εμφανιστούν οι βιέλες και οι βιόλες, από όπου θα προέλθει το βιολί.
· Σήμερα,
η λύρα υπάρχει σε δύο τύπους : α) αχλαδόσχημη (ηπειρώτικη και νησιώτικη
Ελλάδα ως τον 11ο αι.) και β) φιαλόσχημη ή κεμεντζές - κεμανές
(Πόντου – Καππαδοκίας). Το παίξιμο της χορδής με το νύχι (Κρήτη) και όχι με την
ψίχα
[3]
,
καθώς και τα γερακοκούδουνα
[4]
(κουδουνάκια στο δοξάρι) αποτελούν παλαιότατες τεχνικές που γεφυρώνουν την
Ανατολή με τη Δύση.
·
Το κρητικό λυράκι
είναι σχεδόν ίδιο με την πολίτικη λύρα. Για την προέλευσή του υπάρχουν οι εξής
εκδοχές : α) ήρθε με τους Άραβες κατακτητές τα έτη 823 – 961 μ.Χ. στην
Κρήτη και παρέμεινε β) ήρθε από την Πόλη, είτε από το στρατό του Νικηφόρου Φωκά
και τους βυζαντινούς, είτε μέσω Δωδεκανήσου ως το 12ο αι. το αργότερο.
Σε κάθε περίπτωση, είναι βέβαιο πως, όταν ήλθαν οι Ενετοί το 1211, βρήκαν ήδη
τη λύρα στην Κρήτη σε πρωτόγονη βέβαια μορφή, ως λαϊκό όργανο.
Συνδυασμοί
οργάνων
·
Ζυγιά : συγκρότημα κυρίως της νησιωτικής Ελλάδας, περιλαμβάνει 2 ή 3
όργανα. Το ένα ή τα δύο είναι μελωδικά και το άλλο ρυθμικό.
Λύρα
- Τσαμπούνα 2.
Λύρα - Κουδούνια
2. Κεμανές
·
Πρόκειται
για τη λύρα των Ελλήνων της Καππαδοκίας και παίζεται με δοξάρι. Έχει 6 χορδές
και ισάριθμες συμπαθητικές. Αυτές συντονίζονται με τις κύριες χορδές και
πλουτίζουν το ηχόχρωμα του οργάνου. Τα δάχτυλα ακουμπούν τις χορδές με την
ψίχα.
·
Στις
αρχές του 19ου αι., ο κεμανές ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στις ανώτερες
τάξεις και έπαιζαν με αυτόν έντεχνη κυρίως μουσική.
·
Πρόκειται
για τη λύρα των Ελλήνων του Πόντου. Κατασκευάζεται κυρίως από ξύλο δαμασκηνιάς,
το «κοκκίμελον». Έχει 3 χορδές και παλαιότερα, κατασκευάζονταν από έντερο ή από
μετάξι. Σήμερα, χρησιμοποιούνται μεταλλικές. Αποκαλείται και κεμεντζές
ή κεμεντζόπον,
που στα τουρκικά σημαίνει βιολάκι.
·
Ο
κεμεντζετζής, όταν παίζει μια μελωδία, πατάει με τα ίδια δάχτυλα ταυτόχρονα και
τη διπλανή χορδή. Κάτι ανάλογο γίνεται και με το δοξάρι, με αποτέλεσμα να
δημιουργείται μια πρωτόγονη πολυφωνία, που χαρακτηρίζει την ποντιακή μουσική[5].
·
Ζυγιά : Κεμεντζές – νταούλι.
4. Βιολί
·
Στοιχεία ιστορικά. Βλέπε Λύρα. Τον 17ο αι. έχουμε
τη μεγάλη ακμή του οργάνου στην Ευρώπη, η οποία ταυτίζεται με τα χρόνια που
ζουν δύο μεγάλοι κατασκευαστές, ο Nicolo Amati (1596-1684) και ο Antonio Stradivari
(1644-1737). Ο τελευταίος θεωρείται ο σημαντικότερος κατασκευαστής στην ιστορία
του οργάνου. Ένας από
τους μεγαλύτερους ερμηνευτές και δεξιοτέχνες του βιολιού ήταν ο Ιταλός Nicolo Paganini (1784-1840).
·
Στην
Ελλάδα, το βιολί μαρτυρείται το 17ο αι., εκτοπίζοντας σταδιακά τη
λύρα[6].
·
Το
βιολί έχει 4 μεταλλικές χορδές, ενώ το δοξάρι αποτελείται από τρίχες αλόγου. Οι
βιολιστές τρίβουν τακτικά τις τρίχες του δοξαριού με κολοφώνιο (ρετσίνι). Έτσι,
πετυχαίνουν καλύτερη πρόσφυση του δοξαριού στις χορδές και βελτιώνεται
εντυπωσιακά ο ήχος.
Ζυγιά
1. Βιολί - Λαγούτο
2. Βιολί - Λαγούτο - Σαντούρι
Κομπανία
·
Συγκρότημα
της στεριανής Ελλάδας. Αποτελείται από κλαρίνο, βιολί, λαγούτο και ένα κρουστό
(ντέφι, τουμπελέκι ή νταούλι). Μετά τη μικρασιατική καταστροφή το 1922 προστέθηκε
και το σαντούρι.
1. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Ντέφι
2. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Νταούλι
3. Κλαρίνο - Βιολί - Λαγούτο - Σαντούρι
5. Ταμπουράς
Ο
ταμπουράς συνόδευε άριστα το τραγούδι. Ήταν επίσης κατάλληλος για τη διδασκαλία
της εκκλησιαστικής μουσικής, όπως γράφει στο Θεωρητικόν
[12]
του ο αρχιεπίσκοπος Δυρραχίου Χρύσανθος.
![]() |
|||
6. Ούτι
Στην
Ελλάδα, το συναντάμε σε περιορισμένη κλίμακα. Ούτι έπαιζαν αποκλειστικά οι
Έλληνες της Μ. Ασίας και της Κωνσταντινούπολης, οι οποίοι και αγνοούσαν το
ελληνικό λαούτο με το μακρύ χέρι. Μετά το 1922, το ούτι ήρθε και στην Ελλάδα,
χωρίς όμως να εκτοπίσει το λαούτο, το κατεξοχήν ρυθμικό όργανο, τόσο της
ζυγιάς, όσο και της κομπανίας.
7. Λαούτο
Ζυγιά
1.
Βιολί – Λαούτο
2.
Βιολί –
Σαντούρι – Λαούτο
3.
Κρητική λύρα –
Λαούτο
4.
Δωδεκανησιακή
λύρα – Λαούτο – Ντέφι
Κομπανία
ΧΟΡΔΟΦΩΝΑ
(με πένες, με μπαγκέτες)
1. Κανονάκι
Τριγωνικό Ψαλτήριο
Μ. Σταυρονικήτα Άγιο Όρος, 12ος αι.
2. Σαντούρι
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
3.
Βέτσος Βασίλειος, Taboo – ράδες, Ενδείξεις
πολυπολιτισμικότητας στην αλληλεπιδραστική διαδικασία οργανοχρησίας –
ονοματολογίας και θεωρητικών συστημάτων, ηλεκτρονική δημοσίευση.
4.
Έλληνες
Οργανοποιοί, Το Blog για τους Έλληνες Οργανοποιούς
Παλαιούς και Σύγχρονους.
5.
Ελληνικά Λαϊκά Μουσικά Όργανα, CD-ROM Φίλων της Μουσικής, 1996.
[1] Bachmann W., The Origins of Bowing &
the Development of Bowed Instruments up to the 13th century,
[2] Farmer H.G., Byzantine Musical
Instruments in the 9th century,
[3] Σε λύρες παλαιού τύπου, οι χορδές
ήταν πολύ κοντά η μια στην άλλη και δεν άφηναν τόπο στα δάχτυλα να χωρέσουν,
οπότε η 2η και 3η χορδή παίζονταν πάντα ανοιχτές και την
1η ακουμπούσαν με το νύχι.
[4] Την περίοδο της Ενετοκρατίας, οι άρχοντες
κυνηγούσαν με γεράκια, τα πόδια των οποίων φορούσαν τα γερακοκούδουνα. Οι
Τούρκοι της Κρήτης ποτέ δεν κυνήγησαν με γεράκια. Άρα, μπήκαν στο δοξάρι της
λύρας κατά τη βυζαντινή ή την ενετική περίοδο.
[5] Τρόποι
παιξίματος : α) παίζεται η μελωδία στην υψηλότερη χορδή (δάχτυλα) και συνοδεύεται
από τη δίπλα χαμηλότερη με ίσο (το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη διπλανή
χαμηλότερη χορδή), β) δάχτυλα και δοξάρι παίζουν σε δύο χορδές, γ) παίζεται η
μελωδία στη χαμηλότερη χορδή (δάχτυλα) και συνοδεύεται από τη δίπλα υψηλότερη
με ίσο (το δοξάρι τρίβει ταυτόχρονα και τη διπλανή υψηλότερη χορδή) : η πιο
σπάνια περίπτωση.
[6] Οι λυράρηδες, επηρεασμένοι από το βιολί,
προσθέτουν 4η χορδή στη λύρα τους και την κουρδίζουν όπως το βιολί
(ανά πέμπτες). Στην Κρήτη παρέμεινε τρίχορδη, αλλά κουρδίζεται σε πέμπτες.
[7] Τρίχορδον δέ, ὅπερ Ἀσσύριοι πανδούραν ὠνομάζουν, Πολυδεύκης Δ, 60. Πανδούρα ή πανδουρίς· όργανον μουσικόν, Ησύχιος πρβλ Αθήν. 183 F
(Λεξικό Liddell-Scott). Σύμφωνα με το Sachs, η λέξη πανδούρα (pantura) προέρχεται από το σουμεριανό pan-tur= τόξο μικρό. Από το μουσικό όργανο
μουσικό τόξο πιστεύει πως μπορεί να προέρχεται και η αρχαιοελληνική πανδούρα,
ως όργανο και ως λέξη. Βλ. ενδεικτικά το ανάγλυφο της Μαντινείας του 4ου αι. π.Χ., τις τερακότες με παραστάσεις οργάνων του
ίδιου τύπου και την παράσταση σε μωσαϊκό
μιας πανδούρας που παίζεται με πένα (πλήκτρο) στο Παλάτι των Βυζαντινών
Αυτοκρατόρων. Έκτοτε, υπάρχουν πολλές εικονογραφικές και φιλολογικές μαρτυρίες
του οργάνου.
[8] Μεγάλο μπουζούκι σε διάφορα μεγέθη, συνήθως
με τρεις διπλές ή τριπλές χορδές και ποικίλο κούρντισμα.
[9] Έχει σκάφη με ντούγες και καπάκι με μεγάλη
τρύπα για τον ήχο, χέρι σπασμένο προς τα πίσω, με κεφαλή και κλειδιά όπως του
μαντολίνου και τάστα. Τρίχορδο ή τετράχορδο με μήκος 90 εκ. έως ενός μέτρου.
[10] Μικρό (40 – 60 εκ.) τρίχορδο μπουζούκι.
Ακούγεται μια οκτάβα ψηλότερα.
[11] Ένα είδος μεγάλου μπαγλαμά.
[12] Από
τα μελωδικά όργανα η πανδουρίς άρχεται ευκολωτέρα εις δίδαξιν, και σαφεστέρως
γνωρίζονται επάνω εις αυτήν οι τόνοι, τα ημιτόνια, και απλώς κάθε διάστημα.
Λέγεται δε και Πανδούρα και Φάνδουρος· καθ΄ημάς δε, Ταμπούρα ή Ταμπούρι.
[13] Θέμελης
Δημήτριος, Το Κανονάκι, 1975, σ.
53. Είναι λοιπόν πολύ πιθανό οι Άραβες
ερχόμενοι σε επαφή με τον αρχαίο κανόνα να τον εφάρμοσαν σε ένα όργανο τύπου
ψαλτηρίου και να το βάπτισαν qanun.
Έτσι, αν θεωρήσουμε την άποψη αυτή σωστή, η νεοελληνική λέξη κανόνι ως ονομασία
μουσικού οργάνου, θα πρέπει να ανήκει στα λεγόμενα αντιδάνεια.
[14] Ψάλλω = αγγίζω, τραβώ με τα δάχτυλα.
Στη μουσική ειδικότερα, ο όρος ψάλλω
σήμαινε παίζω ένα χορδόφωνο όργανο με γυμνά δάχτυλα, δίχως πλήκτρο. Τα όργανα
που παίζονταν απευθείας με τα δάχτυλα λέγονταν ψαλτικά και οι μουσικοί, ψάλται
ή ψάλτριαι.
[15] Σε κάθε φθόγγο αντιστοιχούν 3 – 5 χορδές,
κουρδισμένες unisono.
[16] Παιζόταν πολύ περιορισμένα και πριν το 1922
στην ηπειρωτική και νησιώτικη Ελλάδα. Ο Edward Daniel Clarke επισημαίνει το 1802 την παρουσία του
λέγοντας πολύ λίγοι Έλληνες ξέρουν κάπως
να παίζουν σαντούρι.