La calunnia è un venticello[1]

 

Η ΤΙΜΗ, τιμή δεν έχει!

Κάπως έτσι σκέφτηκαν κάποιοι εγκέφαλοι στο 3ο κανάλι της κρατικής τηλεόρασης και κάπως έτσι ξεκίνησε η ιστορία. Κάπως έτσι το όραμα βιδώθηκε πρόχειρα στη μελωδία και το θέσφατο της εποχής "είμαι στην TV, άρα υπάρχω" διοχετεύτηκε ως καύσιμη ύλη στον κινητήρα του μετανεωτερικού οχήματος· ενός οχήματος, που με οδηγό το ίδιον συμφέρον και συνοδηγό την καρικατούρα της Μελπομένης, εισέβαλε στην παιδεία από την κερκόπορτα που ξεχάστηκε (;) ανοιχτή. Με το μαθητικό δυναμικό επιβιβασμένο και τους εθελοντές καθηγητές / γονείς σκαλομαρία, το όχημα κάνοντας ελιγμούς, άρχισε να κινείται με προορισμό, τι άλλο; την  κοιλάδα με τις οπτασίες, εκεί όπου κείται η "μεγάλη ανακάλυψη" των εγκεφάλων και των οραματιστών: "Το Ανοιχτό Σχολείο της Τέχνης και του Πολιτισμού". Ένας τίτλος με τον οποίο οι οραματιστές-παράγοντες της παιδείας σκέφτηκαν ότι δύσκολα θα διαφωνήσει κάποιος, ξεχνώντας βέβαια ότι το ράσο δεν κάνει τον παπά, ξεχνώντας επίσης ότι σε προσεκτικότερη, δεύτερη ανάγνωση, ο συμπλεκτικός σύνδεσμος "και", άμεσα φανερώνει την συνήθη κενότητα, ιδιαίτερα όταν αναλογιστεί κάποιος το μέγεθος υποκρισίας και ασυναρτησίας της δημόσιάς μας διοίκησης.

Άδεια, δίπλωμα και ασφαλιστήριο βρίσκονταν όχι στο ντουλαπάκι, αλλά στα τεράστια γράμματα πάνω στο όχημα: "ΑΓΑΠΗ" και "ΕΠΙΒΡΑΒΕΥΣΗ" ! Ο στόχος προφανής: Το ξεγλίστρημα από τα μπλόκα της τροχαίας και της άγρυπνης κοινωνίας. Άλλωστε το όχημα ως ένα νέο κινηματογραφικό Chitty Chitty Bang Bang μεταμορφωνόταν αλλάζοντας τις επιγραφές. "ΠΡΟΒΟΛΗ των ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ και των ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΩΝ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΩΝ" ήταν η επιγραφή τρις την εβδομάδα και τα έγγραφα στο παρμπρίζ και στο ντουλαπάκι με σφραγίδες και υπογραφές. Ήξεραν οι υπάλληλοι της τηλεθέασης ότι τα περισσότερα μέλη της τροχαίας δεν θα σταματήσουν το όχημα για έλεγχο, ήξεραν ότι η χιλιοφορεμένη, (αλλά εύκολα πιστευτή από την κοινωνική πλειοψηφία), επιγραφή του οχήματος είναι pass partout. Ήξεραν ότι ο εθισμός στην κοινωνική ξεδιαντροπιά, η διάχυτη αναξιοκρατία και το "είσαι ό,τι δηλώσεις" αρκούν για τη "θεσμική καθιέρωση". Ήξεραν ότι η πλειοψηφία θα υποστεί την καλπουζανιά χωρίς αντίσταση, προκειμένου να προσχωρήσει στο θέσφατο, ήτοι στο πεντάλεπτο της επωνυμίας και της δόξας.

Εκεί όπου συναντήθηκαν η αυθαιρεσία με την απάθεια, το ίδιον συμφέρον με το συνδικαλιστικό εφησυχασμό, μια ομάδα δασκάλων με ιδιαίτερο χαρακτηριστικό την απαίτηση στο κεκτημένο, δήλωσε ότι ο "περαστικός" επαγγελματίας, το logo στο πιάνο, ο security στο φόντο, οι ευχαριστίες προς το δημόσιο, δεν προβλέπονται από το υπάρχον νομικό πλαίσιο της παιδείας, ενώ η οχλοποίηση των μαθητών, η εκβίαση της ευθυμίας, και οι ερωτήσεις-απαντήσεις της μωρίας και του "ναι-όχι" αντιβαίνουν πλήρως μ' εκείνη την ισχύουσα περιγραφή του σκοπού της παιδείας: "τη διάπλασή τους σε ελεύθερους και υπεύθυνους πολίτες".

Για τους αυριανούς πολίτες δεν μιλάμε; Τους μαθητές δεν εννοούμε; Αυτούς που ο παραπλανημένος γονιός και ο χαλαρός εκπαιδευτικός εξωθούν στην κατάπτωση, διακυβεύοντας την ελευθερία τους για ένα καλύτερο -όπως το αντιλαμβάνονται- μέλλον τους; Μα, τότε γιατί οι ίδιοι δεν προτείνουν ανοιχτά, με λόγια ξάστερα την αλλαγή των νόμων και των επιγραφών; Γιατί να μπαίνουν στον κόπο να κατηγορήσουν τους "λίγους" που επιδιώκουν τα αυτονόητα και δεν παραχωρούν τα κεκτημένα;

Ενώ λοιπόν οι ενιστάμενοι δεν εγκαλούσαν άμεσα την τροχαία για τη μη επέμβασή της, (εκτιμώντας ότι έστω και καθυστερημένα θα γίνει αντιληπτό το μέγεθος της κατάπτωσης και θα συμμαζευτεί το πράγμα), φθάνει η στιγμή που αξιωματούχοι της, επιτίθενται εναντίον των ενισταμένων με τα μόνα όπλα που διέθεταν: τη διαστρέβλωση και την αποδόμηση. Μη μπορώντας να αποσιωπήσουν την ένσταση, αποσιώπησαν τα ονόματα των ενισταμένων, χαρακτηρίζοντάς τους μάλιστα ως στενόμυαλους, καλοθελητές, κακοπροαίρετους, αντιδημοκρατικούς, μίζερους, απαξιωτές, ανίκανους, αντιδημιουργικούς, τεμπέληδες, ανώριμους, δειλούς, ανώνυμους! Κι όλα αυτά, είτε με εκμετάλλευση του δημοσίου βήματος, είτε ως εποχούμενοι του παρανόμου οχήματος.

Ο αποδομητικός λόγος λίγο απείχε από τον συκοφαντικό, τον οποίο, μια εκδοχή της δημοσιογραφίας έσπευσε εντός ολίγου να συμπληρώσει. Συνεργαζόμενος "δημοσιογράφος" της εφημερίδας "Μακεδονία" έγραφε, ανωνύμως στη στήλη X-files:

"Ας σταματήσει επιτέλους αυτή η μικρή ομάδα καθηγητών μουσικής να τα βάζει με το Μελωδόραμα της ΕΤ3 και ας κοιτάξει την κατάντια των κρατικών μουσικών γυμνασίων και λυκείων στα οποία οι περισσότεροι εργάζονται, παράλληλα βέβαια με τις ιδιωτικές μουσικές σχολές. Ορισμένοι γονείς έχουν άσχημες εμπειρίες από αυτά τα γυμνάσια και από τους ίδιους τους καθηγητές, αφού, όπως λένε, οι διακρίσεις που γίνονται σε βάρος των μαθητών είναι μεγάλες, καθώς δεν μπορούν όλοι (οι μαθητές) να πηγαίνουν και στα ιδιωτικά ωδεία, όπου εκεί διδάσκουν οι ίδιοι καθηγητές. Έλεος, παιδιά, διορθώστε πρώτα τα του οίκου σας, διότι είναι πολλά, και μετά ασχοληθείτε και με άλλους οίκους."    (5-5-2006)

Το αν ο συντάκτης, ως άλλος Don Basilio, ψιθύρισε στο αυτί του διευθυντή / αρχισυντάκτη της εφημερίδας πριν γράψει το αρθρίδιο: Dalla bocca fuori uscendo, lo schiamazzo va crescendo, prende forza a poco a poco, vola già di loco in loco[2] είναι ζήτημα αστυνομικής διερεύνησης. Ζήτημα αποκατάστασης της τιμής όμως, ήταν η επανόρθωση από πλευράς εφημερίδας. Προσωπικά αναζήτησα το δράστη, μίλησα με τον αρχισυντάκτη και κατέληξα σε δύο εναλλακτικούς δρόμους: τη δικαστική έγκληση ή την αποκατάσταση με τη δημοσίευση επιστολής.

Ο συνοδοιπόρος, δραστηριότατος, φίλος και άξιος μουσικός, Βασίλης Βέτσος όμως με πρόλαβε. Στις 2-6-06 η εφημερίδα δημοσίευσε επιστολή του, που υιοθετώ και με καλύπτει στο θέμα της προσωπικής μου ΤΙΜΗΣ. Γνωρίζοντας τη δυσκολία και την πίεση που αντιμετώπισε η εφημερίδα και εκτιμώντας την ως τώρα συνολική της στάση, αναβάλλω οποιαδήποτε ενέργειά μου προς αυτήν.

Αισθάνομαι όμως ταυτόχρονα, την ανάγκη να δηλώσω τα εξής: Όταν ο επίδοξος κόμης Zboroswki και οι άλλοι εγκέφαλοι του κρατικού καναλιού εκτιμούσαν την τιμή της ΤΙΜΗΣ, σκεφτόμενοι προφανώς πως όλα έχουν την τιμή τους, κατέληξαν στην τελική της κοστολόγηση: λίγη κολακεία και μια παραίσθηση μεγαλείου. Πίστεψαν ότι όσοι δεν ικανοποιηθούν απ' την προσφορά αυτή, δύσκολα θα αντιδράσουν. Με την ΑΓΑΠΗ λοιπόν, δίκην κολυμβήθρας του Σιλωάμ, προσπάθησαν να πείσουν για την ανιδιοτέλειά τους. Στις ενστάσεις μου δεν βρήκα συμπαραστάτες τους αρμόδιους της παιδείας παράγοντες. Άλλοι συνέχιζαν το αδιάφορο σφύριγμά τους και άλλοι, οργισμένοι, με τον κακόηχο λόγο τους έθεταν εαυτούς εκτός παιδείας. Στο κάτω από τη ζώνη χτύπημα του "δημοσιογράφου", καμιά επίσης αρμόδια συμπαράσταση. Η αποκατάσταση των απαραίτητων στην αποστολή μου στοιχείων (αξιοπρέπεια, κύρος, περηφάνια) δεν οφείλεται σ' αυτούς. Κάποιοι θα συγχαρούν το Βασίλη Βέτσο· προσωπικά, προτιμώ να τον ευχαριστήσω.

Στέργιος Ζυγούρας     

(Ιούνιος 2006)

 

Botticelli - La Calunnia

Sandro Botticelli: La Calunnia

 

Η Συκοφαντία οδηγούμενη από τη Ζηλοφθονία να σύρει το θύμα της μπροστά στο βασιλιά Μίδα. Η Καχυποψία και η Δολιότητα ψιθυρίζουν στα γαϊδουρινά αυτιά του βασιλιά, ενώ η Τύψη αντικρίζει τη γυμνή Αλήθεια.

(~1495, πινακοθήκη Uffizi της Φλωρεντίας).

 

 

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Πολύτονον, τεύχος 17, Ιούλιος-Αύγουστος 2006 σ.50-51

 

 

 

Επιστροφή στην προηγούμενη σελίδα

 



[1] Η συκοφαντία είναι ένα ανάλαφρο αεράκι [Τίτλος άριας του Don Basilio, από την α' πράξη της όπερας "Ο Κουρέας της Σεβίλλης" σε λιμπρέτο του Cesare Sterbini. Το μικρό ostinato και η κλιμάκωση από pianissimo έως fortissimo είναι τα στοιχεία που άριστα χρησιμοποιεί στη μουσική υποστήριξη του κειμένου ο συνθέτης Gioachino Rossini, προκειμένου ν' αναδείξει την πορεία και τη δύναμη της συκοφαντικής πράξης. 1η εκτέλεση: Ρώμη, 1816]

[2] Βγαίνοντας απ' το στόμα η φωνή δυναμώνει, σιγά-σιγά γίνεται οχλοβοή και ήδη περιφέρεται από τόπο σε τόπο (μτφ. Σ.Ζ.)